agelikifotinou

This WordPress.com site is the cat’s pajamas


Leave a comment

Καρυάτιδες

Λωτοφάγοι

Σκέφτομαι τις γυναίκες-Καρυάτιδες

τις γαλατόχροες, τις άμωμες, τις καλλιστεύουσες

τα ελικοβόστρυχα υποζύγια.

Εγώ, στην άκρη του γιαλού, αφηνιασμένο νήπιο,

κολυμπώ στα κύματα της φωνής τους.

Κι οι αισθήσεις τρίζουνε σαν ξυλοπόδαρα

σε βρωμερό επαρχιακό γηροκομείο.

View original post

Advertisements


Leave a comment

Μέτελα (Στου Καββαδία)

Λωτοφάγοι

ΜΕΤΕΛΑ (ΣΤΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ)

Φκιάνεις σημάδια μπόσικα πως τάχα σε θυμάται.
Μα πριν να γύρεις δώσε τους ξεγυριστά έναν κλώτσο.
Ο δαίμονας που ξύπνησες ποτέ πια δεν κοιμάται.
Σάπισε ο Άη-Γεράσιμος και σ’ έχει πιάσει κώτσο.

Στο μνήμα του ο Σπυρίδωνας παίζει ΠΡΟΠΟ και σκάκι.
Στου Βεργωτή την άσφαλτο γιαλώνουν και ψοφάνε.
Κορίτσια που ’χουν μαγικό στα πόδια τους σκονάκι
πώς τόλμησες και πίστεψες, άθλιε, πως αγαπάνε;

Τάχα κοιτάς στη θάλασσα, καμπούρη, σαπιοκοίλη,
στου Μέτελα, πέτρα καυτή, χωμένος το καρνάγιο.
Μα εσύ, νεκρός και ζωντανός, δεν πας για το Μπραζίλι.
Σέρνεσαι σαν της Παναγιάς τα φίδια προς τον Άγιο.

View original post


Leave a comment

note #100 μια επιστολή του Χέγκελ

«Ἡ ἀγάπη Σου γιὰ μένα, ἡ ἀγάπη μου γιὰ Σένα ―ἔτσι χωριστὰ διατυπωμένες― εἰσάγουν μιὰ διαφοροποίηση ποὺ χωρίζει τὴν ἀγάπη μ α ς· ἡ ἀγάπη εἶναι ὅμως μόνον ἡ δ ι κ ή μ α ς, μόνον αὐτὴ ἡ ἑνότητα, μόνον αὐτὸς ὁ δεσμός· ἄσε τὸν ἀναλογισμὸ σὲ αὐτὴ τὴν διαφορὰ καὶ ἂς σταθοῦμε σὲ αὐτὸ τὸ ἕνα, ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ τὸ σθένος μου, ἡ νέα μου ὄρεξη γιὰ ζωή· ἂν ἀφήσεις αὐτὴ τὴν ἐμπιστοσύνη νὰ εἶναι στὸ θεμέλιο τῶν πάντων, ὅλα θὰ εἶναι στ᾽ ἀλήθεια καλά».

// AΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ G.W.F. HEGEL ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΜΑRIE VON TUCHER [ΝΥΡΕΜΒΕΡΓΗ, ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ‘1811’]

View original post


Leave a comment

Νίκος Α. Κατσικάνης, Με ένα σπίρτο καίγεται ένα ποίημα

To Koskino

Τις νύχτες δε μιλώ πολύ.
Γδέρνομαι στη σιωπή
Με τιτάνια γόνατα.
Ήταν κι αυτή η προσευχή
Που δεν εισακούστηκε –
άλλη ελπίδα δεν είχα,
βυθίστηκα στη δακρύπλουτη
αγάπη φιλώντας τη
στα χείλη πριν τη θέωση.
Χθες κάπου με συνέστησαν
ως ποιητή –
ήθελα να γδυθώ το δέρμα μου
να τους δέιξω:
Εγώ, παιδιά, ερωτευμένος είμαι.

*Από τη συλλογή “Εγχειρίδιο μικρών θανάτων”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2017.

View original post


Leave a comment

Walt Whitman

εξιτήριον

Απόδοση: Γιάννης Βαρβέρης

ΣΤΗ ΓΑΛΑΖΙΑ ΟΧΘΗ ΤΗΣ ΟΝΤΑΡΙΟ

1

ΠΛΑΪ στη γαλάζια όχθη της Οντάριο
Καθώς σκεφτόμουνα τις μέρες του πολέμου, τη σημερινή ειρήνη αλλά και τους νεκρούς που πια δε θα γυρίσουν,

View original post 4,700 more words


Leave a comment

ΠΑΤΡΙΔΑ

Ώρα Κοινής Ανησυχίας

ΠΑΤΡΙΔΑ

Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,

εκτός αν πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
τρέχεις προς τα σύνορα μόνο όταν βλέπεις
ολόκληρη την πόλη να τρέχει κι εκείνη
οι γείτονές σου τρέχουν πιο γρήγορα από σένα
με την ανάσα ματωμένη στο λαιμό τους
το αγόρι που ήταν συμμαθητής σου
που σε φιλούσε μεθυστικά πίσω από το παλιό εργοστάσιο τσίγκου
κρατά ένα όπλο μεγαλύτερο από το σώμα του
αφήνεις την πατρίδα
μόνο όταν η πατρίδα δε σε αφήνει να μείνεις.
κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά
φωτιά κάτω απ΄ τα πόδια σου
ζεστό αίμα στην κοιλιά σου
δεν είναι κάτι που φαντάστηκες ποτέ ότι θα έκανες
μέχρι που η λεπίδα χαράζει απειλές στο λαιμό σου
και ακόμα και τότε ψέλνεις τον εθνικό ύμνο
ανάμεσα στα δόντια σου
και σκίζεις το διαβατήριό σου σε τουαλέτες αεροδρομίων
κλαίγοντας καθώς κάθε μπουκιά χαρτιού
δηλώνει ξεκάθαρα ότι…

View original post 370 more words


Leave a comment

William Carlos Williams, Δύο ποιήματα

To Koskino

Μια νέγρα

κουβαλά ένα μπουκέτο κατιφέδες τυλιγμένους
με μια παλιά εφημερίδα: τους κρατά όρθιους,
με τα άνθη να εξέχουν, τα χοντρά της πόδια
την κάνουν να περπατά σαν πάπια
καθώς κοιτάζει τη βιτρίνα του μαγαζιού
που προσπερνά στο διάβα της.
Δεν είναι παρά ένας πρεσβευτής
από έναν άλλο κόσμο
έναν κόσμο ωραίων κατιφέδων
δυο αποχρώσεων
που χωρίς να το ξέρει διαλαλεί
πως άλλο δεν κάνει απ’ το να
περπατά στους δρόμους κρατώντας
όρθια τα λουλούδια
σαν πυρσό
τόσο νωρίς το πρωί.

***

Πορτραίτο μιας προλετάριας

Μία εύσωμη ξεσκούφωτη γυναίκα
με ποδιά

Με τα στιλπνά μαλλιά της πίσω τραβηγμένα
στέκεται στον δρόμο

Τα δάχτυλα του ενός καλτσωμένου ποδιού
ακουμπούν στο πεζοδρόμιο

Το παπούτσι στο χέρι. Κοιτάζει
μέσα του επίμονα

Βγάζει τη χάρτινη εσωτερική σόλα
Για να βρει το καρφί

Που την πονούσε τόσην ώρα.

*Από το βιβλίο “Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς – Ποιήματα” σε εισαγωγή – επιλογή -μετάφραση Γιάννη Λειβαδά, εκδόσεις Ηριδανός…

View original post 2 more words